• Πληροφορίες για οδοντιάτρους & επαγγελματίες για τα αίτια της χαλίτωσης

ΧΑΛΊΤΩΣΗ (ΚΑΚΟΣΜΊΑ ΤΟΥ ΣΤΌΜΑΤΟΣ)


Η χαλίτωση ταλαιπωρεί άνδρες και γυναίκες όλων των ηλικιών και μπορεί να έχει κοινωνικές επιπτώσεις στα προσβεβλημένα άτομα. Γενικά, επικρατεί η λανθασμένη αντίληψη ότι η χαλίτωση προέρχεται από το στομάχι. Στην πραγματικότητα, η χαλίτωση προέρχεται από τη στοματική κοιλότητα στο περίπου 90% των περιπτώσεων. Μελέτες έχουν καταδείξει ότι ποσοστό έως και 50% του πληθυσμού αντιμετωπίζει προβλήματα με τη χαλίτωση.1,2,3

Η χαλίτωση μπορεί να ταξινομηθεί σε δύο κατηγορίες: αυτή που οφείλεται σε ενδογενείς παράγοντες και αυτή που οφείλεται σε εξωγενείς. Στους εξωγενείς παράγοντες συγκαταλέγονται το σκόρδο, ο καπνός και τα πικάντικα τρόφιμα, ενώ στην περίπτωση των ενδογενών παραγόντων το πρόβλημα ξεκινά από τη στοματική κοιλότητα (δηλαδή περίπου στο 90% όλων των περιπτώσεων).

Συχνά ενδογενή αίτια της χαλίτωσης

  • Ελλιπής στοματική υγιεινή
  • Ουλίτιδα
  • Ξηροστομία λόγω ανεπαρκούς ή καθόλου σάλιου στη στοματική κοιλότητα. Όταν μειώνεται η έκκριση του σάλιου, η ποσότητα των βακτηρίων συνήθως αυξάνεται, γεγονός το οποίο με τη σειρά του δύναται να προκαλέσει χαλίτωση. 
  • Περιοδοντίτιδα. Η περιοδοντίτιδα είναι μια ενδημική νόσος και μελέτες έχουν δείξει ότι το 40% όλων των ενηλίκων εμφανίζει κάποιο βαθμό περιοδοντικής νόσου, ενώ το 10% πάσχει από σοβαρής μορφής περιοδοντική νόσο. Έρευνες έχουν δείξει ότι υπάρχει σαφής συσχέτιση μεταξύ της περιοδοντίτιδας και της ποσότητας των θειούχων πτητικών ενώσεων (ΘΠΕ) και ειδικότερα της μεθυλομερκαπτάνης. Οι ασθενείς που πάσχουν από περιοδοντίτιδα εν γένει εμφανίζουν και χαλίτωση.4
  • Εμφυτεύματα/προθέσεις/σιδεράκια

Πώς δημιουργείται η χαλίτωση

Εντός της στοματικής κοιλότητας υπάρχουν αναερόβια, αρνητικά κατά Gram βακτήρια, τα οποία εντοπίζονται κυρίως μεταξύ των δοντιών, στους θύλακες των ούλων καθώς και στα βοθρία στη βάση της γλώσσας. Τα βακτήρια αυτά θεωρούνται οι κύριοι ενοχοποιητικοί παράγοντες για την παραγωγή θειούχων αερίων. Τα αέρια αυτά δύνανται επίσης να βλάψουν απευθείας τους περιβάλλοντες ιστούς στη στοματική κοιλότητα και έτσι να συμβάλλουν στην ανάπτυξη της περιοδοντικής νόσου.5

Τα αναερόβια, αρνητικά κατά Gram βακτήρια παράγουν ένζυμα (κυστεϊνική θειούχος λυάση και μεθειονίνη) που διασπούν τα αμινοξέα σε θειούχα αέρια (ΘΠΕ= θειούχες  πτητικές ενώσεις), τα οποία κατά την εκπνοή γίνονται αντιληπτά ως κακοσμία του στόματος.
Οι δύσοσμες ΘΠΕ αποτελούνται κυρίως από υδρόθειο (H2S), μεθυλομερκαπτάνη (CH3SH) και διμεθυλοθειαιθέρα (CH3)2SH. Η μεθυλομερκαπτάνη είναι η ουσία των ΘΠΕ με τη χειρότερη οσμή, ακόμα και σε μικρές ποσότητες, και συνεπώς ο κύριος στόχος για καταπολέμηση.6,7


CB12 – κλινικά αποδεδειγμένη δράση μακράς διάρκειας έναντι της χαλίτωσης Διάλυμα πλύσεων CB12

Το CB12, το οποίο σχεδιάσθηκε από την Οδοντιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Όσλο και καλύπτεται από αποκλειστική πατέντα παγκοσμίως, παρέχει 12ωρη προστασία έναντι της κακοσμίας του στόματος (χαλίτωσης). Η σύνθεσή του είναι μοναδική και αποτελείται από χαμηλές συγκεντρώσεις οξικού ψευδαργύρου (0,3%) και διοξικής χλωρεξιδίνης (0,025%). Τα συστατικά αυτά έχουν συνεργιστική δράση, η οποία διασφαλίζει αποτέλεσμα μακράς διάρκειας στην πρόληψη της χαλίτωσης. Το διάλυμα πλύσεων CB12 περιέχει επίσης φθοριούχο νάτριο σε ποσοστό 0,05%.

Το CB12 δεν καλύπτει απλά την κακοσμία του στόματος, αλλά στοχεύει στη ρίζα του προβλήματος, εξουδετερώνοντας και εμποδίζοντας το σχηματισμό θειούχων ενώσεων στη στοματική κοιλότητα. Τα ωφέλιμα βακτήρια έχουν ζωτική σημασία και βοηθούν στη διατήρηση της στοματικής υγείας. Το CB12 απλώς εμποδίζει τα βακτηρίδια να διασπούν τα υπολείμματα της τροφής, το σάλιο κ.τ.λ. σε δύσοσμες ΘΠΕ.

Το CB12 έχει ελεγχθεί σε διάφορες κλινικές μελέτες με τη βοήθεια αεριοχρωματογραφικής ανάλυσης, ηλεκτρονικής ανάλυσης (halimeter) και οργανοληπτικών βαθμολογιών.8-12


Μηχανισμός δράσης

Τα ενεργά συστατικά του CB12 (οξικός ψευδάργυρος και διοξική χλωρεξιδίνη) εμποδίζουν το σχηματισμό υδροθείου (H2S), μεθυλομερκαπτάνης (CH3SH) και διμεθυλοθειαιθέρα (CH3)2SH. Ο οξικός ψευδάργυρος εξουδετερώνει το υδρόθειο, αλλά είναι λιγότερο αποτελεσματικός στην περίπτωση της μεθυλομερκαπτάνης και του διμεθυλοθειαιθέρα. Αυτός είναι ο λόγος που απαιτείται και η βοήθεια της χλωρεξιδίνης.

Η χλωρεξιδίνη διασπά τα αέρια που περιέχουν μόρια θείου, γεγονός που διευκολύνει τον ψευδάργυρο να αντιδράσει με το θείο ώστε να σχηματισθούν αδιάλυτες θειούχες ενώσεις. Στην περίπτωση της μεθυλομερκαπτάνης, το θείο είναι προσδεμένο με πολύ ισχυρούς δεσμούς, γεγονός που καθιστά τον ψευδάργυρο από μόνο του ανίκανο να προσδεθεί με το θείο. Ωστόσο, η προσθήκη της χλωρεξιδίνης προκαλεί διάσπαση της μεθυλομερκαπτάνης και του διμεθυλοθειαιθέρα, επιτρέποντας στον ψευδάργυρο να προσδεθεί και να σχηματίσει άοσμες αδιάλυτες θειούχες ενώσεις. Η χλωρεξιδίνη έχει επίσης τη μοναδική ικανότητα να προσκολλάται στο στοματικό βλεννογόνο, τη γλώσσα και τα δόντια, παρέχοντας έτσι δράση που διαρκεί.

Ο συνδυασμός ψευδαργύρου και χλωρεξιδίνης παρέχει συνεργιστική δράση στην αντιμετώπιση της χαλίτωσης. Αυτό συνεπάγεται επίσης ότι τα ενεργά συστατικά του CB12 δρουν σε αρμονία και είναι αποτελεσματικά σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις. Χάρη στις βέλτιστες χαμηλές συγκεντρώσεις του οξικού ψευδαργύρου και της χλωρεξιδίνης, οι καταναλωτές αποφεύγουν τις συνήθεις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη χρήση αυτών των συστατικών σε υψηλές συγκεντρώσεις.8-12

Βιβλιογραφικές Αναφορές:

1 Tonzetich J. Production and origin of oral malodor: a review of mechanisms and methods of analysis. Journal of Periodontology (1977) 48: 13-20.


2 Quuirynen M. Management of oral malodour. J Clin Periodontol (2003) 30 (Suppl.5) 17-18.


3 Wåler S.M, Jonski G, Young A and Rölla G. Halitosis - nytt om diagnostikk og behandling. Odontologi (2001).


4 Hugosson, A, Norderyd O, Slotte C, Thorstensson H. Distribution of periodontal disease in a Swedish adult population 1973, 1983 and 1993. J Clin Periodontol (1998) 25: 542-548.


5 Johansson B. Bad breath. Prevalence, periodontal disease, microflora and inflammatory markers.Department of Periodontology, Karolinska Institutet (2005) 9-31.


6 Kleinberg I, Westbay G. Oral malodor. Crit Rev Oral Biol Med (1990) 1: 247-259.


7 Scully C, El-Maaytah M, Porter SR, Greenman J. Breath odor: Etiopathogenesis, assessment and management. Eur J Oral Sci (1997) 105: 287-293.


8 Thrane P, Jonski G, Young A, Rölla G. A New Mouthrinse Combining Zinc and Chlorhexidine in Low Concentrations Provides Superior Efficacy Against Halitosis Compared to Existing Formulations: A Double-Blind Clinical Study. J Clin Dent (2007) 18: 82-86.


9 Thrane P, Jonski G, Young A, Rölla G. Zn and CHX mouthwash effective against VSCs responsible for halitosis for up to 12 hours. Dental Health (2009) 48:2-6.


10 Thrane P, Jonski G, Young A. Comparative effects of various commercially available mouth-rinse formulations on halitosis. Dental Health (2010) 49: 6-10.

11 Saad S, Greenman J, Shaw H. Comparative effects of various commercially available mouthrinse formulations on oral malodor. Oral Diseases (2011) 17: 180-186.


12 Ademoviski et al. Comparison of different treatment modalities for oral halitosis. Acta Odontol. Scand. (2012) 3: 224-233.